Ankunft: Nachte: Zimmer: Erwachsene: Kinder:

Toggle

Photos

Click here to view photos.
Psiloritis lebensräume  

Ψηλορείτης - Το βουνό των οικοτόπων   http://www.psiloritis-natural-park.gr

Στον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη διακρίνονται συνολικά 19 τύποι οικοτόπων, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, δύο από τους οποίους (ορομεσογειακοί θαμνώνες και ασβεστολιθικές πλάκες) είναι οικότοποι προτεραιότητας.

Η περιοχή φιλοξενεί, αξιόλογο πληθυσμό Γυπαετού 70 είδη σπάνιων ή ενδημικών φυτών, 3 από τα οποία προστατεύονται από διεθνείς συμβάσεις,καθώς και αρκετά σπάνια και προστατευόμενα είδη ζώων, μεταξύ των οποίων ένα αμφίβιο(Rana cretensis), τουλάχιστον ένα θηλαστικό (Felis sylvestris cretensis), καθώς και 45 είδηπτηνών προτεραιότητας για τα οποία η περιοχή αποτελεί σημαντικό τόπο φωλιάσματος ή σταθμό κατά τη μετανάστευση.

Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης υπάρχουν δύο θέσεις που έχουν χαρακτηρισθεί ως Μνημεία της Φύσης. Πρόκειται για τον αειθαλή πλάτανο της Γόρτυνας, κοντά στη Φαιστό και για τμήμα του βιοτόπου της ορχιδέας Cephalanthera cuculata, έκτασης 2 στρεμμάτων στη θέση «Μάνα νερού», σε υψόμετρο 1400 μ. επάνω από τα χωριά Καμάρες και Βορίσια του Ψηλορείτη.

Γεωλογία – Γεωμορφολογία

Η περιοχή του Ψηλορείτη χαρακτηρίζεται από την παρουσία κυρίως ανθρακικών πετρωμάτων. Ολόκληρος ο ορεινός όγκος και οι παρυφές του αποτελούνται από ασβεστόλιθους, δολομίτες και μάρμαρα, τα οποία ταξινομούνται σε δύο γεωτεκτονικές ενότητες πετρωμάτων.

Η πρώτη ενότητα αποτελείται από μεταμορφωμένα πετρώματα και ονομάζεται ενότητα Πλακωδών ασβεστόλιθων ή Κρήτης – Μάνης, ή Ίδης, με πιο αποδεκτή την πρώτη ονομασία. Τα πετρώματα της ενότητας αυτής είναι κυρίως ανθρακικά, ασβεστόλιθοι και δολομίτες, που σχηματίστηκαν πριν από 250 έως 30 εκατ. χρόνια από σήμερα, και ακολούθως μεταμορφώθηκαν σχηματίζοντας τα σημερινά μάρμαρα.

Βλάστηση - τύποι οικοτόπων

Το όρος Ίδη ή Ψηλορείτης, ένας από τους τρεις κύριους ορεινούς όγκους της Κρήτης και αυτός με την υψηλότερη κορυφή στο νησί (Τίμιος Σταυρός, 2.456m).

Χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ποικιλομορφία τοπίων, συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό ενδημικών ειδών φυτών, ενώ κάποιες από τις φυτικές διαπλάσεις που απαντώνται σ’αυτό είναι σπάνιες.

Στα κατώτερα μέρη της Ίδης υπάρχουν θαμνώνες με Quercus coccifera και φρύγανα Anthylleto – Potarietum καθώς και συστάδες από Pinus brutia στις νότιες κυρίως κλιτύες. Ο ανώτερος όροφος περιλαμβάνει δάση κυπαρισσιού με Acer orientalis που εξαπλώνονται από 800 – 1500m.

Πολλά που χαρακτηρίζουν το σύνολο αυτών των οικοσυστημάτων είναι αποκλειστικά κρητικά, όπως τα Satureja spinosa, Asperula idaea, Centaurea idaea, Dactylis rigida, Anthemis pussila, Astragalus creticus ssp. Creticus, Crepis sibthorpiana Teucrium alpestre.

Χαρακτηριστική κοινωνία σε αυτές τις πελούζες είναι η Tragopogon lassithicus και η Viola heldreichiana, που έχει οικολογικό εύρος ως προς το υψόμετρο καθώς εξαπλώνεται από 1700- 2000μ.

Στις ορθοπλαγιές και τα απόκρημνα βραχώδη μέρη αναπτύσσονται οι παρακάτω φυτοκοινωνίες:

Φυτοκοινωνία με Origanum dictamus και Staecnelina fruticosa που εκτείνεται κυρίως μεταξύ 1700 και 1900μ.
Φυτοκοινωνία με Alyssum naussknechtii και Alyssum lassithicum.
Στον ορεινό όγκο της Ίδης διακρίνονται συνολικά, 19 τύποι οικοτόπων, δύο από τους οποίους είναι οικότοποι προτεραιότητας.

Συστάδες πρίνων (Quercus coccifera) με σφενδάμια (Acer sempervirens) είναι διάσπαρτες στο βόρειο τμήμα τουόρους, αλλά και αμιγείς συστάδες σφενδαμιών απαντώνται περιστασιακά ως το υψόμετρο των 1.700m. Οι νότιες πλαγιές της οροσειράς καταλαμβάνονται από δενδρώδη βλάστηση πουρναριών, τα οποία αποτελούν το κύριο είδος στο μεγάλο δάσος του Ρούβα, κυπαρισσιού (Cupressus sempervirens) και τραχείας πεύκης (Pinus brutia).

Οι χερσότοποι με αραιή χαμηλή βλάστηση από αγκαθωτούς θάμνους με σφαιρικό σχήμα είναι ο χαρακτηριστικός τύπος οικοτόπου (4090*) στην υψομεσογειακή (υπαλπική) ζώνη της Ίδης, πάνω από το υψόμετρο των 1.700m, όπως και στους υπόλοιπους μεγάλους ορεινούς όγκους της Κρήτης. Το σχήμα και η διάταξη των θάμνων καθιστούν τον οικότοπο αυτό ανθεκτικό στις σχετικά αντίξοες μικροκλιματικές συνθήκες των περιοχών αυτών. Τα κύρια είδη της χλωρίδας είναι τα Berberis cretica, Acantholimon androsaceum, Prunus prostrata, Euphorbia acanthothamnos, Astracantha cretica1 και Astragalus angustifolius. Εξάλλου, σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι οικότοποι αυτοί φιλοξενούν μεγάλο αριθμό ενδημικών ειδών φυτών. Περίπου το 1/3 των ενδημικών φυτικών taxa της Ίδης φύονται στον οικότοπο αυτό, ορισμένα από αυτά μάλιστα κατ’ αποκλειστικότητα.

Πλούσιοι χλωριδικά, τόσο σε κοινά, όσο και σε ενδημικά είδη είναι επίσης οι οικότοποι των φρυγάνων, που κυριαρχούν στην Ίδη, όπως και σε μεγάλο μέρος της επιφάνειας της Κρήτης. Τα φρύγανα της μεσογειακής ζώνης βλάστησης (5420) χαρακτηρίζονται από τα είδη Sarcopoterium spinosum, Satureja thymbra, Coridothymus capitatus, Genista acanthoclada, Calicotome villosa, Salvia fruticosa, Asparagus aphyllus, Drimia maritima, Asphodelus aestivus.

Ο οικότοπος με κωδικό 5430 περιλαμβάνει τα ορεινά φρύγανα σε υψόμετρο περίπου 800-1.500m. Χαρακτηριστικά είδη του οικοτόπου αυτού είναι τα Euphorbia acanthothamnos, Phlomis lanata, Berberis cretica, Verbascum macrurum, Asperula rigida και Satureja juliana. Η διάπλαση αυτή των οροφρυγάνων είναι ενδημική της Κρήτης.

Οι χαμηλοί πρινώνες (5332) καταλαμβάνουν σχετικά μικρή έκταση και προέρχονται από την υποβάθμιση υψηλότερης μορφής βλάστησης. Εκτός από το πουρνάρι (Quercus coccifera), που κυριαρχεί, υπάρχουν τα Phlomis lanata, Euphorbia acanthothamnos και Acer sempervirens Μπορούν όμως να διακριθούν δύο ακόμη τύποι οικοτόπων μακκίας βλάστησης με πουρνάρια

Στον κωδικό 934 Α εντάσσονται τα μεσαίας φυτοκάλυψης μεγάλα δάση πρίνου με φρυγανικό υποόροφο από Asparagus aphyllus, Euphorbia acanthothamnos, Centaurea idaea κ.ά. Τυπικότεροι εκπρόσωποι της κατηγορίας αυτής είναι τα δάση του Ρούβα και του Κρουσώνα, στις νότιες και ανατολικές πλαγιές αντίστοιχα. Στην περιοχή του δάσους του Ρούβα υπάρχει και ένας από τους πληθυσμούς της ενδημικής Zelkova abelicea.

Στο δάσος πουρναριών του Ρούβα βρίσκεται μία περιορισμένη έκταση με κυπαρίσσια (9290) και μία δεύτερη σε απόκρημνη πλαγιά στην περιοχή του ομώνυμου φαραγγιού. Στην ίδια περιοχή, κοντά στο Ζαρό, υπάρχει και το μεσαίας φυτοκάλυψης δάσος τραχείας πεύκης (9540) με φρυγανικό υποόροφο από Quercus coccifera, Hypericum empetrifolium και Asparagus aphyllus.

Σημαντικό στοιχείο της δενδρώδους βλάστησης της Ίδης είναι και το δάσος της αριάς (Quercus ilex), που ορίζεται από το δίκτυο «ΦΥΣΗ 2000» ως τύπος οικοτόπου 6310, αλλά στο σχετικό «έντυπο περιγραφής και συνοικολογικού χαρακτηρισμού τύπων οικοτόπων» ορίζεται από τον κωδικό 9340. Μαζί με τις αριές φύονται πουρνάρια και ο υποόροφος χαρακτηρίζεται από τα είδη Euphorbia characias, Daphne sericea, Cistus creticus, Calicotome villosa και Coridothymus capitatus. Περιορισμένη έκταση στις πλαγιές καταλαμβάνουν οι σάρες. Σ’ αυτές απαντάται το ενδημικό είδος Scutellaria hirta.

Τα ασβεστολιθικά βραχώδη πρανή (8217) αποτελούν εξαιρετικής σημασίας βιότοπο για τα είδη της χασμοφυτικής χλωρίδας. Περισσότερα από το 1/3 των ενδημικών φυτών της Ίδης φύονται αποκλειστικά ή όχι σε σχισμές βράχων.

Το λιβάδι στο οροπέδιο της Νίδας μπορεί να οριστεί ως τύπος οικοτόπου «μεσόφιλος βοσκότοπος». Αποτελεί μία από τις λίγες σχετικά μεγάλες εκτάσεις λιβαδικής ποώδους βλάστησης στην Κρήτη. Η φυτοκάλυψη ανέρχεται σε ποσοστό 80-100%. Χαρακτηριστικά είδη είναι τα Polygonum idaeum και Eryngium campestre Περίπου το 40% των ενδημικών φυτικών taxa της Κρήτης υπάρχουν στην οροσειρά της Ίδης.

Σ’ αυτά συγκαταλέγονται πέντε είδη και ένα υποείδος ορχεοειδών. Δεκατρία γένη αντιπροσωπεύονται το καθένα από περισσότερα του ενός ενδημικά είδη. Οι οικότοποι που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό ενδημικών είναι τα ασβεστολιθικά πρανή με τη χασμοφυτική βλάστηση, τα φρύγανα και οι χερσότοποι με τη χαμηλή και αραιή βλάστηση της ορομεσογειακής ζώνης.

Ο δίκταμος (Origanum dictamnus), η αμπελιτσά (Zelkova abelicea) και η ορχιδέα Cephalanthera cucullata αναφέρονται στη σχετική ελληνική νομοθεσία και στις διεθνείς συμβάσεις.

ShutDown